6 Μαρ 2014

Φάρσα για αριστοκράτες


Άκης Καπράνος

Το πολυπληθές καστ ενδέχεται να λειτουργήσει ως «κράχτης» για την πανέμορφη ταινία του Γουές Αντερσον, αλλά δύο σινεφίλ προτάσεις κάνουν...
τη διαφορά. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν φυσικά οι ...
πολεμοχαρείς «300»

«Ξενοδοχείο: Grand Budapest»: Υπάρχει πάντα μια συστολή στις ταινίες του Γουές Αντερσον, μια συστολή του ίδιου απέναντι στους ήρωές του. Ηρωες που λειτουργούν πάντα σαν «ευγενή» καρτούν, σαν φιγούρες δηλαδή μονοδιάστατες, στολισμένες με άπειρα φτιασίδια που τους κάνουν ενίοτε και πιο συμπαθείς - δίχως ποτέ όμως να ξεπερνούν (σε επίπεδο δράματος) τις δύο διαστάσεις. Κι αν στην προηγούμενη ταινία του, το εξαίσιο «Ο έρωτας του φεγγαριού», μπορούσαμε να «ξεπεράσουμε» αυτή του την εμμονή (οι ήρωες ήταν δεκατριάχρονα παιδιά - την τρίτη διάσταση τη δίναμε εμείς, οι ενήλικες θεατές), τώρα που ο στυλιζαρισμός του σκηνοθέτη αγγίζει δυσθεώρητα ύψη, το πρόβλημα είναι καθ' όλα υπαρκτό.

Το φιλμ αφορά τις περιπέτειες του Γκούσταβ Χ, θρυλικού «κονσιέρζ» αλλά και γόη ωρίμων γυναικών, στο φημισμένο «Grand Budapest Hοtel» που, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή (η ίντριγκα αρχίζει κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και κλείνει στο ξεκίνημα του Β'), ο ίδιος βρίσκεται καταδιωκόμενος από την αστυνομία για έναν φόνο που δεν διέπραξε. Με τη βοήθεια του νεαρού γκρουμ Ζίρο Μουσταφά, ο Γκούσταβ καλείται να εξιχνιάσει τον φόνο ώστε να κερδίσει το γενναίο ποσό μιας κληρονομιάς. Δεν τον κυνηγούν όμως μονάχα οι Αρχές, αλλά και ο γιος του θύματος (ο πραγματικός θύτης δηλαδή).

Κάθε κάδρο αποτελεί και ένα αισθητικό κομψοτέχνημα, και ο Αντερσον, σαν ένας αριστοκράτης Μπλέικ Εντουαρντς, συγκεντρώνει ένα πλήθος εξαίρετων ηθοποιών (Ρέιφ Φάινς, Γουίλεμ Νταφόε, Εϊντριαν Μπρόντι, Τζουντ Λο, Λεά Σεϊντού, Χάρβεϊ Καϊτέλ και Τίλντα Σουίντον, μεταξύ άλλων) τους οποίους και υποβάλει σε ξεκαρδιστικά φαρσικά βασανιστήρια (το μαύρο χιούμορ αφθονεί) ενώ η αφήγηση τρέχει σε ρυθμούς παλαιάς βουβής φάρσας (η ταινία είναι καδραρισμένη στο «ακαδημαϊκό» φορμά της πρώτης φάσης του ομιλούντος κινηματογράφου, με κάποιες σινεμασκόπ «μαχαιριές»). Κι όμως, περισσότερο απ' όλα, επικρατεί η αίσθηση ενός κινηματογραφιστή που, στα όρια πλέον του αυτισμού, πνίγει τις συναισθηματικές εκδηλώσεις των ηρώων του στην καλλιέπεια, επειδή ο ίδιος αδυνατεί να κινηματογραφήσει την ανθρώπινη πλευρά τους. Το σινεμά του Αντερσον προσκρούει πλέον στα όριά του.

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο

Η Ενημέρωση στην Ελλάδα και τoν Κόσμο