24 Μαρ 2014

Η ηθική των εχόντων


Του ΦΩΤΗ ΚΑΛΙΑΜΠΑΚΟΥ

Το σκοτεινό αριστούργημα του Alban Berg «Wozzeck» ανέβασαν στη Νέα Υόρκη τόσο η Κρατική Οπερα της ...
Βιέννης όσο και η Metropolitan Opera. Το έργο του Γερμανού συγγραφέα Georg Buchner «Wozzeck» έχει μια ιδιαίτερη ιστορία, όπως και ο συγγραφέας του. 

Ο πολύ νεαρός Γερμανός, εντυπωσιασμένος από το επαναστατικό πνεύμα της Ευρώπης που εντάθηκε μετά την εξέγερση στο Παρίσι το 1830 και προετοίμασε τις πολλαπλές επαναστάσεις του 1848, προσπάθησε να ξεσηκώσει τους αγρότες στον τόπο του.

Η Ντέμπορα Βόιτ στην όπερα «Βόιτσεκ»

Καταδιωκόμενος από τις αρχές για αυτή του τη δράση κατέφυγε στην Ελβετία. Λίγο πριν πεθάνει από τύφο το 1837, ο Buchner μετέτρεψε με αντιηρωικό τρόπο, έντονα στοιχεία υπερβολής και πικρής παρωδίας σε θεατρικό έργο μια πραγματική ιστορία που είχε απασχολήσει την κοινή γνώμη μερικά χρόνια πριν και έγινε αφορμή πολλών συζητήσεων σχετικά με το νομικό καταλογισμό πράξεων διαπραχθεισών από άτομα στα όρια της τρέλας. Ο πραγματικός Johann Christian Wozzeck ή Woyzeck τελικά απαγχονίστηκε από τις αρχές.

Ο βιοπαλαιστής στρατιώτης Wozzeck έχει βαθιά συνείδηση της απελπιστικής κατάστασης στην οποία τον έχει φέρει η μιζέρια και δεν συμμερίζεται τις απόψεις του ανώτερού του, που τον κατηγορεί για ανηθικότητα για το εκτός γάμου παιδί του, αφού θεωρεί ότι η ηθική είναι μια πολυτέλεια των εχόντων. Δουλεύει νυχθημερόν για ασήμαντη αμοιβή, πέφτει θύμα ενός κομπογιαννίτη γιατρού που τον έχει καταστήσει πειραματόζωο των παρανοϊκών πειραμάτων του αντί πινακίου φακής και δεν μπορεί να χαρεί τη σύντροφο και το παιδί του. Οταν και αυτή τελικά τον προδίδει για μια πρόσκαιρη ηδονή και κάποιο μικρό υλικό αντάλλαγμα, στην ουσία για μια ψευδαίσθηση διεξόδου από τη μιζέρια, ο Wozzeck, ταπεινωμένος και μισότρελος, θα τη σκοτώσει και θα οδηγηθεί και ο ίδιος τελικά στο θάνατο.

Το έργο παρουσιάζει έντονα στοιχεία κοινωνικού ρεαλισμού και μοντερνισμού, δεκαετίες πριν από την εμφάνιση των αντίστοιχων καλλιτεχνικών ρευμάτων. Ολοκληρώθηκε το 1922. Η πρεμιέρα τής όπερας πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο το 1925. Οι έντονες αντιδράσεις πρωτο-ναζιστικών μορφωμάτων δεν εμπόδισαν το θρίαμβο του έργου, χάρη κυρίως στην επιμονή και βέβαια την τέχνη μιας κυρίαρχης καλλιτεχνικής μορφής στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, για ένα διάστημα μέντορα και του δικού μας Δημήτρη Μητρόπουλου, αρχιμουσικού της βερολινέζικης όπερας Erich Kleiber. Για την ιστορία, ο Kleiber ήταν ίσως ο σημαντικότερος από τους ελάχιστους ομολογουμένως καλλιτέχνες που ενεργά εξέφρασαν την αντίθεσή τους στο ναζισμό, εγκαταλείποντας οριστικά την περίοπτη θέση του στην Οπερα και τη Γερμανία λίγα χρόνια αργότερα. Προφανώς λόγω των εκατό ετών από τη σύλληψη της ιδέας της όπερας, καθώς και της σχέσης της με το κλίμα του πολέμου και του Μεσοπολέμου, τόσο η Μητροπολιτική Οπερα της Νέας Υόρκης την επανέφερε στο ρεπορτόριό της όσο και η Οπερα της Βιέννης την επέλεξε για τη μία από τις δύο εμφανίσεις της στο Carnegie Hall. Και στις δύο παραστάσεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο τραγούδησε τελικά ο Γερμανός βαρύτονος Matthias Goerne, που δέχτηκε να αντικαταστήσει στη ΜΕΤ τον αδιάθετο Thomas Hampson. Οι δύο εξαιρετικές παραστάσεις, αν και με κοινό πρωταγωνιστή, ήταν αρκετά διαφορετικές. Η κονσερτάντε βιεννέζικη εκδοχή στο Stern Auditorium προηγήθηκε χρονικά.

Ο Τζέιμς Λιβάιν διευθύνει την ορχήστρα της Μετροπόλιταν Οπερα

Ο Herwig Pecoraro ως αξιωματικός και ο Wolfgang Bankl ως γιατρός προσέθεσαν στις έντονες ερμηνείες τους τα απαιτούμενα στοιχεία κυνισμού, ενώ από τους συμπληρωματικούς ρόλους ξεχώρισαν οι Clemens Unterreiner και Peter Jelosits. Την παράσταση πάντως έκλεψε η εξαιρετική σοπράνο Evelyn Herlitzius στο ρόλο της Marie, με μια ερμηνεία που, αν και όχι σκηνική, κατάφερε να αναδείξει τα λάγνα χαρακτηριστικά femme fatale της μοιραίας ηρωίδας, που είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα της ιστορίας αυτής. Ο Welser Most θέλησε να αναδείξει περισσότερο τις μοντερνιστικές διαστάσεις της παρτιτούρας, επιδιώκοντας καθαρό και στιλπνό ήχο που τόνιζε αιχμηρά τις δυναμικές γραμμές, και κυρίως αρκετά γρήγορα τέμπι που στήριζαν τη συνοχή και τη ροή των φωνητικών μερών, σε μια ερμηνεία που ατένιζε κατά κάποιον τρόπο προς το μέλλον του συνθέτη και τη Λούλου. Πάντα εκλεπτυσμένα και ευαίσθητα τα έγχορδα και τα ξύλινα πνευστά αναδείκνυαν την εσωτερική αντίφαση αυτής της μουσικής που εμπεριέχει ταυτόχρονα το τραγικό και γκροτέσκο της ανθρώπινης ύπαρξης με το υπερεκλεπτυσμένα όμορφο. Στους αντίποδες αυτής της προσέγγισης ο James Levine στη Metropolitan Opera έδειξε να προτάσσει όχι το πού πάει αυτή η μουσική, αλλά από πού έρχεται, δηλαδή από τον ύστερο ρομαντισμό και τον πρώιμο μοντερνισμό. Με ιδιαίτερα αργά τέμπι, προσεκτική έμφαση στην κάθε λεπτομέρεια και κυρίως με συνεχή επιμονή σε ένα έντονο βιμπράτο που απέδιδε ρομαντική χροιά και στα αμιγώς ατονικά μέρη, εξέχουσα σημασία δόθηκε στη δραματική ροή.

Σε αντίθεση με το Carnegie Hall, όπου το πέρασμα στην προς στιγμήν τονική αρμονία προς το τέλος ξεχώρισε αμέσως, στη Metropolitan Opera η επιμονή του Levine να αντιμετωπίσει το έργο σαν μια «κοινή όπερα» ήταν τόση που για κάποιες στιγμές θα μπορούσε να ξεχάσει κανείς ότι πρόκειται για ένα κυρίως ατονικό έργο. Η ανάγνωση αυτή πάντως ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης. Η προσέγγιση αυτή όμως υπονόμευε σε ένα βαθμό τη δυναμική ροή του τραγουδιού. Επιπλέον ο υποκριτικά εξαιρετικός Goerne είχε πιο χαμηλή φωνητική ένταση στη Metropolitan Opera, μάλλον καταβεβλημένος από τις συνεχείς εμφανίσεις και τις έκτακτες πρόβες. Σε πολύ υψηλό επίπεδο στάθηκε και η ερμηνεία της Deborah Voigt στο ρόλο της Marie, όπως και ο Clive Bailey στο ρόλο του γιατρού στο ντεμπούτο του.

Η αφαιρετική σκηνογραφία άφηνε χώρο στους τραγουδιστές· με την παρουσία απλώς κάποιων μεγάλων σκοτεινών όγκων φάνηκε να θέλει να τονίσει την ασημαντότητα και την αδυναμία που ένιωθε ο Wozzeck, απέναντι στις μεγάλες κοινωνικές δομές (στρατός, επιστήμη, οικονομία) που τον συνθλίβουν. Η αυλαία έπεφτε στο τέλος καθεμιάς από τις 15 διαφορετικές εικόνες των τριών πράξεων, προκειμένου να τις καταστήσει τόσο διακριτές, όσο και η παρτιτούρα. Από το σημείο του φονικού και μετά ο ίδιος χώρος απλώς φωτίστηκε στο έντονο χρώμα του αίματος που έβλεπε παντού ο μισότρελος πια ήρωας πριν από τον πνιγμό του.

Το κοινό πάντως δεν φάνηκε να έλκεται από τη ζοφερή αυτή ιστορία και άφησε πολλές άδειες θέσεις ακόμα και στην πρεμιέρα. Οι παρόντες πάντως, όπως και στο κατάμεστο Carnegie Hall, εξετίμησαν ιδιαίτερα και αποθέωσαν τον εξαίρετο Γερμανό τραγουδιστή και τις δύο πλέον ενδεδειγμένες για αυτό το ρεπερτόριο ορχήστρες. 

INFO: Οι φωτογραφίες από το Carnegie Hall είναι του Steve J. Sherman, ενώ αυτές από τη Metropolitan Opera του Cory Weaver.

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο

Η Ενημέρωση στην Ελλάδα και τoν Κόσμο