20 Μαρ 2014

Πολιτισμός: μια κοσμική τραγωδία

Σε ένα άκρως εντυπωσιακό, αχανές και εικαστικής υφής σκηνικό, ένα γιουσουρούμ-σύμβολο της Ελλάδας, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την αντι-Μήδεια του Δημητριάδη, πλαισιωμένη από έναν δυναμικό θίασο σε μια ενδιαφέρουσα αν και ...ανοικονόμητη παράσταση.

«Δέν υπάρχει θεός» αναγγέλλει στη Μήδεια ο Αιγέας, επιστρέφοντας από το ρημαγμένο μαντείο των Δελφών. Αυτή είναι η πρώτη ανατροπή που επιφέρει ο Δημήτρης Δημητριάδης, για να αποδομήσει εκ θεμελίων τον αρχετυπικό μύθο. Η Μήδεια χάνει­ τις μαγικές της ιδιότητες, αδυνατεί να σκοτώσει την ερωτική της αντίζηλο και ουδέποτε σφάζει τα παιδιά της. Μια παρά φύσει νομοτέλεια επικρατεί. Τίποτα δεν λειτουργεί σύμφωνα με το μύθο, έστω κι αν εξίσου φρικιαστικά γεγονότα λαμβάνουν χώρα: η Γλαύκη θανατώνεται από τον πατέρα της, ενώ τα παιδιά όπως και ο Ιάσονας και ο Παιδαγωγός κατασπαράσσονται από έναν… δράκο. Ο θεός πέθανε, λοιπόν, όπως έχει επισημάνει ο Νίτσε και η απομάγευση του κόσμου, έτσι όπως την έχει ορίσει ο Μαξ Βέμπερ, έχει συντελεστεί. 

Είναι πολύ δύσκολο να σκηνοθετηθεί ένα τέτοιο έργο. Μοιάζει να είναι ήδη σκηνοθετημένο από τη γραφή του. Γιατί ο Δημητριάδης μεταγράφει στον «Πολιτισμό» την ευριπίδεια τραγωδία διατηρώντας την ερωτική προδοσία, αλλά ξεριζώνοντας το τραγικό της μεγαλείο. Ο μύθος φωτίζεται από το άγριο φως των απομυθοποιημένων καιρών μας μέσω ενός λόγου πυρετικού, επικριτικού, κυνικού και (μετα )ποιητικού. Ποια είναι τελικά η μόνη σταθερά; Το μεγάλο μυστήριο του έρωτα, έτσι όπως το περιγράφει η Γλαύκη: «Είναι γνωστό σε όλους, αλλά κανείς δεν ομολογεί ότι εκείνο που οι άνθρωποι χρειάζονται κι επιθυμούν πρώτο και πιο πολύ απ’ όλα τα άλλα στον κόσμο είναι αυτό – να ζήσουν έναν ευτυχισμένο έρωτα».


Αχτένιστη, χλομή και απεριποίητη, φορώντας τζιν και κουρέλια, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη έρπει ανάμεσα στα στρώματα, στις βαλίτσες, στα κομοδίνα και στους ανεμιστήρες, στις ξεφτισμένες αφίσες και στα μυριάδες παλιο-αντικείμενα που ορίζουν το εμβληματικό­ σκηνικό τοπίο της παράστασης. Το αχανές υπόγειο γκαράζ έχει μεταμορφωθεί σε ένα ανήλιαγο γιου­σουρούμ. Ο Γιάν­νης Σκουρλέτης­ θριαμβεύει στο οπτικό μέρος, συνεργαζόμενους με τους Δήμητρα Λιάκουρα, Περικλή Πραβήτα και Κωνσταντίνο Σκουρλέτη. Σαν ξεχαρβαλωμένα ανδρείκελα περιφέρονται ερμηνευμένα με δυναμισμό και αδρή σωματικότητα από τους Λένα Δροσάκη, Τάσο Καραχάλιο, Γιώργο Παπαπαύλου και Κρις Ραντάνοφ. 

Υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες σκηνές, όπως ο τραγουδιστός μονόλογος της Γλαύκης ή η δερβίσικη εμφάνιση του Αγγελιαφόρου. Υπάρχει όμως και πολλή διάσπαση, μια αδυναμία συγκρότησης εστιών ενδιαφέροντος και μιας βασικής και σαφούς θέσης. Ένας επώδυνος λυρισμός διατρέχει το λόγο του Δημητριάδη αλλά και μια υπερ-αναλυτική φλυαρία, την οποία η σκηνοθεσία επιτείνει. Ορισμένοι μονόλογοι, όπως εκείνος του Κρέοντα και του Παιδαγωγού, θα μπορούσαν­ να έχουν παραλειφθεί. Η ίδια η Καραμπέτη, παρά τις καλές στιγμές της, δεν αποδραματοποιεί επαρκώς το ρόλο της. Μοιάζει, αντίθετα, να καταθέτει τη βιογραφία του, ως μια ηθοποιός ταυτισμένη με τη Μήδεια από το 1997, όταν ενσάρκωσε για πρώτη φορά την ευριπίδεια ηρωίδα. Έχει ένα διαρκή λυγμό η φωνή της. Παίζει τον πληγωμένο εγωισμό αντί να βυθιστεί στο σκληρό πυρήνα του μίσους – κι όμως γι’ αυτό το μίσος, για την εκδίκηση της Ιστορίας και το τέλος του πολιτισμού θαρρώ ότι μιλά ο Δημητριάδης.

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο

Η Ενημέρωση στην Ελλάδα και τoν Κόσμο