Το καλοκαίρι στην Ελλάδα μοιάζει πάντα με μεγάλη πολιτιστική υπόσχεση. Θέατρα, φεστιβάλ, συναυλίες..., αρχαιολογικοί χώροι, δημοτικές εκδηλώσεις, παραστάσεις σε πλατείες και αυλές. Στα χαρτιά, η χώρα δείχνει να αναπνέει πολιτισμό. Στην πράξη, όμως, το ερώτημα παραμένει σκληρό και επίμονο: ποιος πολιτισμός παράγεται, για ποιον παράγεται και ποιος τελικά έχει πρόσβαση σε αυτόν;
Η φετινή πολιτιστική επικαιρότητα δείχνει μια Ελλάδα γεμάτη δράσεις. Το πρόγραμμα «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός 2026» επιστρέφει για έβδομη χρονιά, με 95 νέες παραγωγές και 190 εκδηλώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και μουσεία σε 12 περιφέρειες της χώρας. Ο θεματικός του άξονας, δανεισμένος από τον Μένανδρο, «Ὡς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ», ακούγεται σχεδόν σαν υπενθύμιση και όχι σαν σύνθημα. Γιατί ο πολιτισμός, πριν γίνει πρόγραμμα, πρέπει να παραμένει ανθρώπινη πράξη.
Την ίδια στιγμή, το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου συνεχίζει να λειτουργεί ως κεντρικός θεσμός του ελληνικού καλοκαιριού, με παραστάσεις σε χώρους όπως η Πειραιώς 260, το Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου και το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Το πρόγραμμα του 2026 περιλαμβάνει σύγχρονο θέατρο, περφόρμανς, διεθνείς παρουσίες και παραγωγές που επιχειρούν να συνομιλήσουν με το παρόν. Αυτό είναι αναγκαίο. Η Επίδαυρος δεν μπορεί να είναι μόνο τουριστική καρτ ποστάλ με αρχαίο δράμα και χειροκρότημα. Πρέπει να είναι ζωντανός τόπος σύγκρουσης, ερμηνείας και δημόσιας σκέψης.
Παράλληλα, οι δήμοι επιχειρούν να καλύψουν ένα μεγάλο κενό. Το «Καλοκαίρι στην Αθήνα 2026» του Δήμου Αθηναίων παρουσιάζεται με δωρεάν εκδηλώσεις σε πολλά σημεία της πόλης, από τις 20 Ιουνίου έως τις 20 Ιουλίου. Αυτές οι δράσεις έχουν πραγματική σημασία, γιατί δεν απευθύνονται μόνο σε όσους μπορούν να πληρώσουν εισιτήριο. Φέρνουν τον πολιτισμό σε γειτονιές, πλατείες και δημόσιους χώρους. Εκεί, δηλαδή, όπου ο πολιτισμός παύει να είναι προϊόν και ξαναγίνεται συνάντηση.
Όμως εδώ αρχίζει και η δύσκολη κουβέντα. Δεν αρκεί να έχουμε πολλά φεστιβάλ. Δεν αρκεί να γεμίζουμε ημερολόγια με παραστάσεις. Η ποσότητα δεν είναι από μόνη της πολιτιστική πολιτική. Χρειάζεται ποιότητα, συνέχεια, αξιολόγηση, αξιοπρεπείς αμοιβές, τεχνική υποστήριξη και πραγματική πρόσβαση των μικρών σχημάτων. Αν κάθε καλοκαίρι παράγουμε δεκάδες εκδηλώσεις που χάνονται μόλις σβήσουν τα φώτα, τότε δεν χτίζουμε πολιτισμό. Κάνουμε διαχείριση εντυπώσεων.
Το Υπουργείο Πολιτισμού, μέσα από το πλαίσιο «Δημιουργική Ελλάδα», έχει ανοίξει πεδίο επιχορηγήσεων για τον σύγχρονο πολιτισμό το 2026, ενώ το 2025 είχαν ανακοινωθεί επιχορηγήσεις ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ για επαγγελματικά σχήματα θεάτρου, παραγωγές, φεστιβάλ, περιοδείες και εκδηλώσεις. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν αρκεί ως τίτλος δελτίου Τύπου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι παίρνουν τη στήριξη, με ποια κριτήρια, σε ποιες περιοχές, με ποια διαφάνεια και με ποια ουσιαστική επιστροφή στην κοινωνία.
Το θέατρο στην Ελλάδα έχει μια παράξενη αντίφαση. Από τη μία, διαθέτει ανθρώπους με πείσμα, ταλέντο και εξαιρετική αντοχή. Από την άλλη, μεγάλο μέρος του στηρίζεται ακόμη στην αυτοθυσία. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, τεχνικοί, μουσικοί, φωτιστές, σκηνογράφοι και μικρές ομάδες καλούνται συχνά να παράγουν «υψηλό πολιτισμό» με χαμηλές αμοιβές, αβέβαιες συνθήκες και μόνιμη ανασφάλεια. Αυτό δεν είναι ρομαντισμός. Είναι παθογένεια. Και όσο το βαφτίζουμε «αγάπη για την τέχνη», τόσο το πρόβλημα διαιωνίζεται.
Ο πολιτισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό στοιχείο της δημόσιας ζωής. Δεν είναι το ωραίο φόντο μιας πόλης, ούτε το ευχάριστο διάλειμμα ανάμεσα στην οικονομία, την πολιτική και την καθημερινή φθορά. Είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου μια κοινωνία μπορεί να κοιτάξει τον εαυτό της χωρίς φίλτρο. Να δει τη βία της, τη μοναξιά της, τη γελοιότητά της, τη μνήμη της, τα λάθη της και την πιθανότητα να γίνει καλύτερη.
Αν κάτι χρειάζεται σήμερα το ελληνικό θέατρο, δεν είναι μόνο περισσότερες παραστάσεις. Χρειάζεται πιο καθαρούς όρους. Να ξέρει ο καλλιτέχνης ότι δεν εργάζεται στο κενό. Να ξέρει ο θεατής ότι αυτό που βλέπει δεν είναι απλώς μια ακόμη καλοκαιρινή εκδήλωση, αλλά μέρος μιας βαθύτερης πολιτιστικής συνομιλίας. Να ξέρει η Πολιτεία ότι η στήριξη του πολιτισμού δεν τελειώνει στην ανακοίνωση μιας επιχορήγησης. Αρχίζει από εκεί.
Η μεγάλη μάχη των επόμενων χρόνων δεν θα είναι αν θα έχουμε φεστιβάλ. Θα έχουμε. Η Ελλάδα ξέρει να στήνει φεστιβάλ. Το ερώτημα είναι αν θα αποκτήσουμε πολιτιστική στρατηγική. Αν οι αρχαιολογικοί χώροι θα γίνουν ζωντανοί τόποι δημιουργίας και όχι απλώς εντυπωσιακά σκηνικά. Αν οι δήμοι θα στηρίξουν συστηματικά τις τοπικές ομάδες και όχι μόνο τα ονόματα που «φέρνουν κόσμο». Αν οι μικρές θεατρικές σκηνές θα πάψουν να παλεύουν μόνες τους με την επιβίωση.
Γιατί πολιτισμός δεν είναι μόνο αυτό που ανεβαίνει στη σκηνή. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο φτάνει εκεί. Είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν πίσω από αυτό. Είναι οι συνθήκες, οι επιλογές, τα χρήματα, η πρόσβαση, η ευθύνη. Και αν θέλουμε να μιλάμε σοβαρά για πολιτισμό, πρέπει να σταματήσουμε να χειροκροτούμε μόνο το αποτέλεσμα και να αρχίσουμε να εξετάζουμε το σύστημα που το παράγει.
Το ελληνικό θέατρο έχει ακόμη δύναμη. Αρκεί να μη συμβιβαστεί με τον ρόλο του πολιτιστικού ντεκόρ. Αρκεί να θυμηθεί ότι η σκηνή δεν υπάρχει για να κολακεύει την κοινωνία, αλλά για να την ταρακουνά. Εκεί αρχίζει ο πραγματικός πολιτισμός.
Ο Στέφανος Καρυδάκης σε μια συνέντευξη για το «Ποιος ανακάλυψε την
Αμερική;»: «Συνεχίζουμε ένα όνειρο που είχε μείνει στη μέση»
-
Η Αίγυπτος γίνεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά σταθμός του Θεάτρου
Σαλαμίνας. Μετά το... Η συνέχεια του άρθρου εδώ »
