Pages

23 Μαρ 2026

Κριτική: Θέατρο κάτω από την γέφυρα. Χορεύοντας στη Λούνασα: όταν η σιωπή γίνεται δράση.


Χθες το βράδυ κατηφόρισα προς το Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα, έναν χώρο με ...τη δική του διαδρομή και ταυτότητα στο αθηναϊκό και πειραϊκό κοινό, εκεί όπου ο Νίκος Δαφνής εδώ και χρόνια γράφει τη δική του σκηνική ιστορία. 


Ένας χώρος που από τη φύση του σε φέρνει πιο κοντά στη σκηνή, σχεδόν χωρίς απόσταση — και ειδικά στον πίσω χώρο του θεάτρου, όπου παρουσιάζεται το «Χορεύοντας στη Λούνασα» του Brian Friel, η εγγύτητα γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη.

Το Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα λειτουργεί από το 1996 και μετρά σήμερα σχεδόν τρεις δεκαετίες συνεχούς παρουσίας, έχοντας διαμορφώσει μια σταθερή πορεία με επιλογές που δεν ακολουθούν την εύκολη θεατρική τάση, αλλά αναζητούν ουσία και συνοχή. Και αυτή η σκέψη με συνόδευε μέχρι να ξεκινήσει η παράσταση.

Αυτό που τελικά είδα δεν ήταν μια ακόμη απόπειρα προσέγγισης ενός απαιτητικού έργου, αλλά μια παράσταση που καταλαβαίνει πού πατάει.


Το «Χορεύοντας στη Λούνασα» στο Θέατρο Κάτω απ’ τη Γέφυρα είναι από εκείνες τις παραστάσεις που δεν σε κερδίζουν με εντυπωσιασμούς, αλλά με ακρίβεια. Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο φαίνεται.
Ο Νίκος Δαφνής επιλέγει συνειδητά να μην “σκηνοθετήσει” πάνω από το έργο του Brian Friel. Δεν επιβάλλει ρυθμό — τον αφήνει να αναδυθεί. Και αυτή η επιλογή είναι κρίσιμη. Γιατί το έργο δεν αντέχει επιφανειακή εξωστρέφεια. Αντέχει μόνο εσωτερική πίεση.


Ο ρυθμός της παράστασης δεν βασίζεται σε δράση, αλλά σε παύσεις. Και οι παύσεις εδώ δεν είναι αμηχανία· είναι εργαλείο. Είναι ο χώρος όπου το ανείπωτο αποκτά βάρος. Οι σχέσεις δεν εξηγούνται, δεν “παίζονται” προς τα έξω. Υπάρχουν υπόγεια, σχεδόν σωματικά, και αυτό δημιουργεί μια σταθερή, χαμηλής έντασης δόνηση που διαπερνά όλη την παράσταση.


Η επιλογή του πίσω χώρου δεν είναι απλώς πρακτική — είναι δραματουργική. Η εγγύτητα ακυρώνει κάθε απόσταση ασφαλείας. Δεν υπάρχει σκηνή και πλατεία· υπάρχει κοινός χώρος. Και αυτό αναγκάζει τον θεατή να συμμετέχει, όχι να παρακολουθεί. Σε ένα έργο που μιλά για καταπίεση και ανεκπλήρωτη ζωή, αυτή η συνθήκη λειτουργεί καταλυτικά.


Η σκηνή του χορού — η πιο επικίνδυνη σκηνή του έργου — αποδίδεται χωρίς ωραιοποίηση. Και ευτυχώς. Δεν γίνεται “όμορφη”. Γίνεται απαραίτητη. Είναι η στιγμή όπου το σώμα διαρρηγνύει τον έλεγχο, όπου η καταπίεση δεν αντέχει άλλο να παραμένει αόρατη. Αν αυτή η σκηνή παιχτεί λάθος, το έργο καταρρέει. Εδώ, όχι μόνο στέκεται, αλλά αποκτά και βάθος.
Και το πιο δύσκολο: η επιστροφή. Η παράσταση δεν αφήνει τον θεατή να κρατήσει την ένταση του χορού ως λύτρωση. Την αποσύρει σχεδόν βίαια. Η καθημερινότητα επανέρχεται, η σιωπή ξαναπαίρνει τον χώρο, και γίνεται σαφές ότι τίποτα δεν άλλαξε. Αυτό είναι το σημείο όπου πολλές παραστάσεις μαλακώνουν. Εδώ, όχι.


Οι ερμηνείες λειτουργούν ως σύνολο, και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος. Δεν υπάρχουν “ρόλοι που ξεχωρίζουν” με τον εύκολο τρόπο. Υπάρχει ένα ενιαίο σκηνικό σώμα. Η Γωγώ Βογάσαρη, η Μαρουσώ Γεωργοπούλου, η Ελένη Γιαννουλάκη, η Κωνσταντίνα Σαραντοπούλου και η Κατερίνα Τσεβά κινούνται με κοινό παλμό, χωρίς να χάνουν την προσωπική τους γραμμή. Ο Πασχάλης Μερμιγκάκης και ο Θάνος Ρούμπος πατούν με ακρίβεια, αποφεύγοντας τον πειρασμό της υπερβολής, ενώ ο Νίκος Καραστέργιος ως αφηγητής διαχειρίζεται σωστά το πιο λεπτό σημείο του έργου: τη μνήμη. Ούτε συναισθηματικός εκβιασμός, ούτε αποστασιοποίηση.


Δεν είναι μια παράσταση που θα “σε πάρει από το χέρι”. Και ευτυχώς. Δεν προσπαθεί να σε συγκινήσει· σε αφήνει να συγκρουστείς με αυτό που βλέπεις. Και αυτό είναι πιο έντιμο.


Σε μια θεατρική πραγματικότητα που συχνά επιλέγει την υπερβολή για να καλύψει την αδυναμία, εδώ έχουμε το αντίθετο: μια παράσταση που επιλέγει τη λιτότητα γιατί ξέρει τι κάνει.

Και αυτό, τελικά, δεν είναι απλώς επιτυχία. Είναι στάση.