Featured Posts

παρασκηνια

Δελτία τύπου, ανακοινώσεις, ενημέρωση για την δουλειά σου;
Στείλε μας εδώ : info@paraskinia.com , prothselida@gmail.com

Μας Αρεσουν

Γράψτε το Email σας και ενημερωθείτε πρώτοι!

16 Ιουν 2017

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ: Η παχουλόκομψη μορφή των ’80s που αρνείται πλέον να λέει πως είναι ηθοποιός


Κάνοντας καριέρα με ένα λαχταριστό σάντουιτς -ή κάποιο άλλο φαγώσιμο τέλος πάντων- στο χέρι του...
, ο Κώστας Μακέδος κατάφερε να γίνει μια από τις πιο αγαπημένες μορφές της ελληνικής βιντεοκασέτας.




Συμπαθής και αρκούντως ευτραφής, ήταν κομμένος και ραμμένος για την τυποποίηση του βίντεο, εκεί που ο κοντός, ο χοντρός και ο χαζός ήταν οι πιο περιζήτητοι ρόλοι της μεγάλης αρπαχτής του θεάματος των ’80s.

Ο ίδιος βέβαια είχε πολλά κιλά ταλέντου και έμοιαζε σωστό πολυεργαλείο της μαγνητοταινίας, χαρίζοντάς μας κλασικές ατάκες που όσοι τις έζησαν, δεν τις ξεχνούν με τίποτα. Ποιος δεν θυμάται την ατάκα-σταθμό του «The Kόπανοι», εκεί που ως βοηθός του χαρτοκλέφτη Κώστα Παληού τον ρωτά μονίμως: «Αφεντικό, να με δείρει;»!

Κι έτσι, απλά και φυσικά, μετατράπηκε στον πιο αγαπημένο «χοντρό» της δεκαετίας του 1980, έναν καλοσυνάτο συνήθως τύπο που το μόνο που ήθελε ήταν να τσιμπολογά κάτι και να κάνει όλη τη χαμαλοδουλειά των δεύτερων ρόλων, κλέβοντας ωστόσο την παράσταση ήδη από τα παρασκήνια.

Ο Μακέδος ήταν από κείνες τις περιπτώσεις που έμοιαζε σαν να μη θέλει να κάνει καριέρα, λες και τον προσγείωναν μαγικά στο καστ μιας ταινίας για να τραβήξει τα βλέμματα και να χαρίσει «εκείνες» τις στιγμές που θα μετέτρεπαν την παραγωγή σε καλτ διαμαντάκι.


Και το έκανε πάντα με τον αβίαστο τρόπο που μόνο ένας καλός ηθοποιός μπορεί να κάνει.

Το ελληνικό κοινό τον γνώρισε και τον αγάπησε στη χειρότερη ίσως κινηματογραφικά δεκαετία της Ελλάδας, κάτι που μόνο ως κρίμα μπορεί να λογιστεί. Γιατί μπορεί να γούσταρες να τον βλέπεις ξέροντας πως θα γελάσεις με την καρδιά σου, ένιωθες ωστόσο πάντα πως εκείνος ήταν πολλά περισσότερα από τον «Φούσκα» της βιντεοκασέτας.

Με τη σεμνότητα που μόνο οι πραγματικοί καλλιτέχνες διαθέτουν, είπε χαρακτηριστικά μερικά χρόνια αργότερα πως «αρνούμαι ότι είμαι ηθοποιός, γιατί πιστεύω ακράδαντα σε έναν κανόνα που αφορά τους ηθοποιούς: ηθοποιός είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα να ανανεώνει τα χνάρια του στη σκόνη της σκηνής».

Εξηγώντας πως «τα δικά μου χνάρια έχουν σβήσει εδώ και κάποια χρόνια, γύρω στα έξι, λόγω σκηνής. Όσο ήμουν στη σκηνή, έκανα ψυχοθεραπεία. Τώρα δεν μπορώ να είμαι στη σκηνή, συμβιβάστηκα, προσαρμόστηκα».

Αφού πέρασε και από την τηλεόραση, τα εγκατέλειψε τελικά όλα για να ασκήσει το επάγγελμα που είχε σπουδάσει. Αποδεικνύοντας περίτρανα πως ηθοποιό δεν σε κάνουν οι ρόλοι σου, παρά μόνο εκείνο το κατιτίς που κρύβεις στην ψυχή σου.

Εκείνο που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις όποια πορεία κι αν πάρει τελικά η ζωή σου…


Μια ζωή σαν βιντεοκασέτα


Ο βίος του Κώστα Μακέδου είναι σαν να αρχίζει από τη δεκαετία του 1980. Ο ίδιος μας λέει στη λιτή σελίδα του στο Facebook πως πέρασε από το Λύκειο Χαβαλέ, αν και παρακάτω διαβάζουμε για το 3 Λύκειο Χαριλάου, που μοιάζει προφανώς να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Αν και με τον χωρατατζή «Φούσκα» ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος!

Σίγουρο είναι πάντως πως δεν γεννήθηκε στη Μανίλα των Φιλιππίνων ούτε πως το φύλο του είναι γυναίκα, όπως μας πληροφορεί από τη σελίδα του στο Facebook. Κι αν εκείνος δεν θέλει να μας πει τίποτα περισσότερο για τη ζωή του, θα μιλήσουν αναγκαστικά οι ταινίες του.


Ο Κώστας Μακέδος θα ξεκινήσει την τρομερά παραγωγική κινηματογραφική και τηλεοπτική του καριέρα το 1982, όταν ο ελληνικός κινηματογράφος άρχισε να διολισθαίνει στην ευκολία, λειτουργώντας ως προάγγελος του βίντεο που ερχόταν ολοταχώς. Τον συναντάμε στο καστ φιλμ όπως «Και ο πρώτος ματάκιας» (1982) με τον Ψάλτη, «Κομάντος και μανούλια» (1982) με τον Παπαναστασίου, «Σατανάδες στα σχολεία» (1982) και «Σιδηρά κυρία» (1983) με τη Βλαχοπούλου, αλλά και σε παραγωγές που έπαιρναν πιο σοβαρά τον εαυτό τους, όπως στις «Φυλακές ανηλίκων» (1982) του Ντίμη Δαδήρα και τους «Χούλιγκανς» (1983) του Κώστα Καραγιάννη.


Περισσότερο γνωστός θα γίνει από τις ταινίες «Ο Παπασούζας φαντομάς» (1983) με τον Παπαναστασίου, «Στα σαγόνια της εφορίας» (1983) με τον Ηλιόπουλο, αλλά και στα φιλμ «Αν ήταν το βιολί πουλί» (1984) με τον Μουστάκα, «Εθνική παπάδων» (1984) και το ανεκδιήγητο «Σούπερ Λύκειο Νο 1» (1985)!

Ως ένα από τα ηχηρά χαρτιά των ελληνικών teen movies, θα παίξει σε σωρεία τέτοιων φιλμ και βιντεοκασετών, όπως το επίσης αξέχαστο «Μπορούμε και κάτω από τα θρανία» (1984). Στο ενεργητικό του έχει πλήθος συμμετοχών στα φιλμ της εποχής, από τον «Δυναστεία» (1985) και τον «Ροζ γάτο» (1985) μέχρι τους «Πόντιους» (1985), τη «Γυναικάρα από το Κιλκίς» (1985) και τον «Βαμβακούλο και την γκολάρα του» (1987).



Πουθενά βέβαια δεν θα είχε τέτοια απήχηση όσο στους ανεπανάληπτους -και κινηματογραφικούς- «Κόπανους» (1987) του Γιώργου Κωνσταντίνου, ερμηνεύοντας έναν ρόλο-μούρλια που θα τον ταύτιζε στο φαντασιακό του Έλληνα ως τον καλοκάγαθο και σχετικά αλαφροΐσκιωτο χοντρούλη που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τα αρπακτικά!




Η πενταετία 1985-1990 ανήκει αναγκαστικά στη βιντεοκασέτα και τον Κώστα Μακέδο φυσικά, όταν θα ξεπηδήσει ένας από τους πιο αγαπημένους ήρωες της μικρής οθόνης! Καμιά πενηνταριά ταινίες αργότερα, έχει βρει τη θέση του στην τυποποίηση που τόσο λάτρευε το ελληνικό θέαμα και οι παραγωγές έρχονται με το τσουβάλι.



Μόνιμο μέλος της μεγάλης παρέας της βιντεοταινίας, πλαισίωνε ιδανικά τα πρώτα ονόματα της εποχής και έκλεβε τις εντυπώσεις όχι με τα κιλά του, αλλά με τον τρόπο που έπαιζε. Γιατί έπαιζε παρά το γεγονός ότι σπανίως του το ζητούσαν! Μέσα στις οκάδες των δεύτερων και τρίτων ρόλων, ο Μακέδος πρωταγωνίστησε κιόλας σε ταινίες κομμένες και ραμμένες για το παράστημά του, όπως στη βιντεοσειρά «Μπωρό και με τα κιλά μου» (1989), αλλά και στις βιντεοκασέτες «Ο κοντός, ο χοντρός και τα μανούλια» (1986), με τον Τάσο Ψωμόπουλο, και «Ένας χοντρός θα μας σώσει».

Ακόμα και οι επιθεωρήσεις που πρωταγωνιστούσε έβγαιναν σε βίντεο, όπως ας πούμε οι «Ρεμούλες στην Κοσκο-Κώσταινα» (1989), «Τα πήρες όλα κι έμεινες» (1987), «Τα πήρε όλα κι έφυγε» (1989) και δεν συμμαζεύεται!



Οι επιθεωρήσεις που έπαιζε και οι βιντεοκασέτες με τη σέσουλα τον έκαναν κι αυτόν μια από τις σταθερές των ’80s. Τελευταία ταινία της περιόδου ήταν η «Απαγωγή στα τυφλά» το 1989, κάνοντας κι ένα come back στο ελληνικό σινεμά το 1996, στον «Οργασμό της αγελάδας»…


Η ζωή μετά τη βιντεοκασέτα


Όλα τα ωραία όμως κάποια στιγμή τελειώνουν, όταν και θα άρχιζαν οι περιπέτειες του Μακέδου να βρει δουλειά και ρόλο που να του αρέσει. Γιατί καλή η τυποποίηση, εκείνος ήταν όμως ηθοποιός και ήθελε να παίξει πράγματα έξω από τα συνήθη.

Τώρα βρήκε μια νέα καριέρα στην επικράτεια των τηλεοπτικών σειρών. Έχοντας εμφανιστεί σε μερικά σίριαλ της δεκαετίας του 1980, όπως «Ο δικός μας άνθρωπος» (1984), «Μη μου γυρνάς την πλάτη» (1986) και οι πολυθρύλητοι «Αυθαίρετοι» (1989), η ιδιωτική τηλεόραση θα τον τιμήσει καθ’ όλα τα ’90s. O Μακέδος εμφανίστηκε σε γνωστές σειρές της εποχής, όπως στα σίριαλ «Εκμέκ παγωτό» (1991), «Τα μπακούρια» (1992), «Η Ελίζα και οι άλλοι» (1992), «Ντόλτσε βίτα» (1995), «Ο πρίγκιπας» (1996), «Καρέ της ντάμας» (1997), «Κάτι τρέχει με τους δίπλα» (1999) κ.ά. Τελευταία τηλεοπτική αναλαμπή το 2006, στην «Οδό Παραδείσου 7».

Οι συνθήκες ωστόσο μόνο ρόδινες δεν ήταν πια: «Είχαν αρχίσει τα πράγματα να δυσκολεύουν», εξομολογήθηκε χαρακτηριστικά σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «έπεσε η βιντεοκασέτα, έκλεισαν τα βιντεοκλάμπ, ο κινηματογράφος ξανάκλεισε, η τηλεόραση άρχισε να κάνει περικοπές κι έτσι έκανα το επόμενο που μπορούσα να κάνω, που ήξερα να κάνω».

Παρά ταύτα, θα βρει τη θέση του στο δυναμικό του πρωινού μαγκαζίνο «Καλημέρα Ελλάδα» με τον Γιώργο Παπαδάκη, αυτοσχεδιάζοντας ολότελα και κλέβοντας για άλλη μια φορά την προσοχή του τηλεοπτικού κοινού με το πηγαίο χιούμορ του. Εκεί θα περάσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια, όταν θα ενημερωθεί ότι η συνεργασία παύτηκε άνωθεν: «Έφυγα από την εκπομπή του Γιώργου Παπαδάκη χωρίς να το ξέρω. Με πήραν τηλέφωνο και μου είπαν ότι σταματάει η συνεργασία μας για λόγους οικονομικών περικοπών, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος».

Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε πια, κι έτσι ο Μακέδος πήγε για άλλα και πίσω δεν κοίταξε ούτε στιγμή. Είχε σπουδάσει εξάλλου οπτικός και είχε επαγγελματική διέξοδο. Άνοιξε λοιπόν ένα κατάστημα οπτικών στην Κυψέλη αλλάζοντας ολότελα ρότα στη ζωή. Τόσο ολότελα που αρνείται πια τον τίτλο του ηθοποιού!

«Έκανα τις βιντεοκασέτες, αλλά όχι μόνο αυτό. Διατηρώ ένα κατάστημα οπτικών στην Κυψέλη και συμβαίνει σχεδόν καθημερινά να με γνωρίζουν πελάτες», είπε σχετικά, «Με ρωτούν αν είμαι ο ηθοποιός Κώστας Μακέδος κι εγώ το αρνούμαι … Αρνούμαι ότι είμαι ηθοποιός γιατί πιστεύω ακράδαντα σε έναν κανόνα που αφορά τους ηθοποιούς: ηθοποιός είναι αυτός που έχει τη δυνατότητα να ανανεώνει τα χνάρια του στη σκόνη της σκηνής».


Αφού λοιπόν είσαι ανενεργός δεν είσαι ηθοποιός, μας λέει το καλτ σύμβολο των ’80s, λέγοντας πως δεν ήταν δική του επιλογή να παραμείνει μακριά από τη λατρεμένη του υποκριτική: «Τι να έκανα; Δεν αρκεί να το θέλω εγώ, πρέπει να το θέλουν και άλλοι, πρέπει να υπακούσεις και σε κάποιους άγραφους νόμους, οι οποίοι είναι και σκληροί και παράλογοι πολλές φορές … Δεν με ήθελαν άλλο οι συνεργάτες σε επίπεδο παραγωγής, δεν τους ενδιέφερα. Πάντα μου έλεγαν ότι είμαι πολύ καλός ηθοποιός, αλλά ‘‘ειδικός’’».

Τύπος δηλαδή και όχι ηθοποιός: «Μου έλεγαν ότι πρέπει να γράφει ο συγγραφέας δίπλα στα χαρακτηριστικά του ρόλου ‘‘χοντρός, εύσωμος’’, να μου ταιριάζει». Εκείνος όμως ποτέ δεν το ασπάστηκε αυτό: «Έτσι μου έλεγαν, εγώ βέβαια δεν το πίστευα αυτό. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Αν ανατρέξετε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, της τηλεόρασης, θα δείτε ότι είναι όλα τυποποιημένα, τα πάντα. Ο χοντρός, ο χαζός, ο αδύνατος. Δεν τους ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες, αλλά οι τύποι».

Ο Μακέδος έψαχνε πάντα το κάτι παραπάνω στους ρόλους του, τους ήθελε πιο απαιτητικούς. Κι όταν είδε ότι δεν μπορούσε να το έχει αυτό μέσα στις συνθήκες του ελληνικού θεάματος, στράφηκε σε άλλα μονοπάτια: «Τώρα ζω μέσα στον κόσμο ως απλός άνθρωπος, όπως όλοι. Αυτό ανέβαινε και τότε, ποτέ δεν θεωρούσα ότι κάνω κάτι σπέσιαλ και εξαιρετικό».

Τα τελευταία χρόνια διατηρεί τις αποστάσεις του, ισχυριζόμενος ακόμα και πως ήταν ο δίδυμος αδερφός του ο γνωστός ηθοποιός των ’80s! Στην προσωπική του ζωή, είναι παντρεμένος εδώ και πολλά χρόνια και έχει αποκτήσει έναν γιο. Παρά το γεγονός ότι έκλεισε ένα κεφάλαιο της ζωής του για να ανοίξει ένα άλλο, το σαράκι της υποκριτικής δεν τον έχει εγκαταλείψει ποτέ: «Η ψυχή μου δεν έχει χορτάσει», είπε παλιότερα, αποδεικνύοντας πως το να είσαι ηθοποιός δεν είναι κάτι που περνά…

Η Ενημέρωση στην Ελλάδα και τoν Κόσμο